συντηρητικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική συντηρητικός συντηρητική συντηρητικό
γενική συντηρητικού συντηρητικής συντηρητικού
αιτιατική συντηρητικό συντηρητική συντηρητικό
κλητική συντηρητικέ συντηρητική συντηρητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συντηρητικοί συντηρητικές συντηρητικά
γενική συντηρητικών συντηρητικών συντηρητικών
αιτιατική συντηρητικούς συντηρητικές συντηρητικά
κλητική συντηρητικοί συντηρητικές συντηρητικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

συντηρητικός < ελληνιστική κοινή συντηρητικός < αρχαία ελληνική συντηρέω-συντηρῶ + -ικός < σύν + τηρέω-τηρῶ

Open book 01.svg Επίθετο[]

συντηρητικός

  1. (για άνθρωπο) που δεν αγαπά τους νεωτερισμούς
  2. (πολιτική) που αντίκειται στις αλλαγές, που υποστηρίζει το κατεστημένο, που (για τα αντίπαλα κόμματα) αντίκειται στην πρόοδο, στην ανανέωση
    Είναι συντηρητικό κόμμα/Στο συνέδριο του κόμματος υπερίσχυσαν οι πιο συντηρητικές τάσεις και οι ανανεωτές βγήκαν χαμένοι
  3. που υπολογίζει τις κινήσεις του με μεγάλη προσοχή και δεν θέλει να εκτίθεται σε κινδύνους
  4. (νομικός όρος) που αποσκοπεί στην προστασία του δανειστή
    συντηρητική κατάσχεση
  5. (ιατρική) που γίνεται με χορήγηση φαρμάκων και όχι με χειρουργική επέμβαση
    συντηρητική θεραπεία
  6. (χημεία τροφίμων, συχνότερα ως ουσιαστικό) για ουσίες που βοηθούν στην συντήρηση των τροφίμων και συμβάλλουν στη μη αλλοίωσή τους
    Πάρε κάτι φρέσκο καλύτερα γιατί αυτό εδώ είναι γεμάτο συντηρητικά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]