συντηρητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συντηρητικός συντηρητική συντηρητικό
γενική συντηρητικού συντηρητικής συντηρητικού
αιτιατική συντηρητικό συντηρητική συντηρητικό
κλητική συντηρητικέ συντηρητική συντηρητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συντηρητικοί συντηρητικές συντηρητικά
γενική συντηρητικών συντηρητικών συντηρητικών
αιτιατική συντηρητικούς συντηρητικές συντηρητικά
κλητική συντηρητικοί συντηρητικές συντηρητικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συντηρητικός < ελληνιστική κοινή συντηρητικός[1] < αρχαία ελληνική συντηρέω, συντηρῶ + -ικός < σύν + τηρέω, τηρῶ. Συγχρονικά αναλύεται σε συν- + αοριστικό θέμα τήρη(σα) < τηρώ + -τικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sin.di.ɾi.tiˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

συντηρητικός, -ή, -ό

  1. (για άνθρωπο) που δεν αγαπά τους νεωτερισμούς
  2. (πολιτική) που αντίκειται στις αλλαγές, που υποστηρίζει το κατεστημένο, που (για τα αντίπαλα κόμματα) αντίκειται στην πρόοδο, στην ανανέωση
    Είναι συντηρητικό κόμμα.
    Στο συνέδριο του κόμματος υπερίσχυσαν οι πιο συντηρητικές τάσεις και οι ανανεωτές βγήκαν χαμένοι.
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: προοδευτικός, ριζοσπάστης
  3. που υπολογίζει τις κινήσεις του με μεγάλη προσοχή και δεν θέλει να εκτίθεται σε κινδύνους
  4. (νομικός όρος) που αποσκοπεί στην προστασία του δανειστή
    συντηρητική κατάσχεση
  5. (ιατρική) που γίνεται με χορήγηση φαρμάκων και όχι με χειρουργική επέμβαση
    συντηρητική θεραπεία
  6. (χημεία τροφίμων, συχνότερα ως ουσιαστικό στον πληθυντικό) → δείτε τη λέξη: συντηρητικά για ουσίες που βοηθούν στην συντήρηση των τροφίμων και συμβάλλουν στη μη αλλοίωσή τους
    Πάρε κάτι φρέσκο καλύτερα γιατί αυτό εδώ είναι γεμάτο συντηρητικά
  7. (ιδεολογία) εναντίωση στις απελευθερωτικές τάσεις και ενίσχυση του αισθήματος ικανοποίησης της υπάρχουσας στασιμότητας.
  8. (φυσική) που δεν εξαρτάται από τη διαδρομή ενός σώματος αλλά από την ενέργεια στην αρχική και τελική του κατάσταση
    συντηρητική δύναμη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. συντηρητικός στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.