νεωτερισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεωτερισμός νεωτερισμοί
γενική νεωτερισμού νεωτερισμών
αιτιατική νεωτερισμό νεωτερισμούς
κλητική νεωτερισμέ νεωτερισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεωτερισμός < σημασιολογικό δάνειο από γαλλική nouveauté

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /nɛ.ɔ.tɛ.ɾi.ˈzmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νεωτερισμός αρσενικό

  1. η εισαγωγή και υιοθέτηση οποιουδήποτε καινούριου πράγματος (ιδέα, τρόπος συμπεριφοράς, τεχνική, προϊόν, μέθοδος κ.λπ.)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: καινοτομία, μοντερνισμός
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αναχρονισμός, συντηρητικότητα
  2. (ειδικότερα) η τάση που εμφανίζεται κάθε φορά στο χώρο της ένδυσης
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μόδα, συρμός

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]