συρμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συρμός συρμοί
γενική συρμού συρμών
αιτιατική συρμό συρμούς
κλητική συρμέ συρμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συρμός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συρμός αρσενικό

  1. τρένο, η μηχανή μαζί με τα βαγόνια
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αμαξοστοιχία
  2. φορτηγό, που είναι οχήματα συνδεδεμένα μεταξύ τους και κινούνται ως μία μονάδα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ρυμουλκό
    αντίθετο: ημιρυμουλκούμενο (επικαθήμενο)
  3. η μόδα
    Ενδύματα του τελευταίου συρμού των Παρισίων. (περιοδικό Ευτέρπη, Αθήνα, 1847)
    • (συχνά με αρνητική απόχρωση)
      μην αφήνεις να σε παρασύρουν οι ιδέες του συρμού

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]