αναχρονισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αναχρονισμός οι αναχρονισμοί
      γενική του αναχρονισμού των αναχρονισμών
    αιτιατική τον αναχρονισμό τους αναχρονισμούς
     κλητική αναχρονισμέ αναχρονισμοί
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναχρονισμός <ανα +χρονος>

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναχρονισμός αρσενικό

  1. (λογοτεχνία) η μεταφορά ενός πολιτισμικού στοιχείου που χαρακτηρίζει μια ιστορική περίοδο σε αφήγηση που αναφέρεται σε μιαν άλλη εποχή
    η αναφορά στο σίδηρο σε διάφορα σημεία της Ιλιάδας αποτελεί έναν αναχρονισμό, εφόσον ο σίδηρος ήταν γνωστός στην εποχή που συντέθηκε το έπος, όχι όμως και στη μυκηναϊκή εποχή, στην οποία αναφέρεται
  2. η διατήρηση ή επαναφορά στη χρήση ενός στοιχείου που θεωρείται πια ξεπερασμένο
    η θανατική ποινή για πολλούς αποτελεί έναν απαράδεκτο αναχρονισμό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]