επαναφορά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επαναφορά οι επαναφορές
      γενική της επαναφοράς των επαναφορών
    αιτιατική την επαναφορά τις επαναφορές
     κλητική επαναφορά επαναφορές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.pa.na.fɔ.ˈɾa/

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επαναφορά < επαναφέρω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επαναφορά θηλυκό

  1. η επιστροφή σε μια προηγούμενη κατάσταση
    Ζητοῦν μιὰν οἰαδήποτε λύση γιὰ τὴν επαναφορά τοῦ τόπου σὲ μιὰ σταθερὴ κατάσταση. (Π. Βυζάντιος, Ἡ ζωὴ ἑνὸς ζωγράφου, Αθήνα 1994)
  2. (σχήμα λόγου) η συνεχής επανάληψη της ίδιας λέξης, φράσης ή θέματος
    Η επαναφορά του ίδιου θέματος στη Βουλή καταντάει κακοστημένο θέατρο.
    Η επαναφορά του «Όλα στο φως». (Τίτλος άρθρου στο διαδίκτυο)
  3. (επιστήμη) η κατεργασία βαμμένων μετάλλων με αναθέρμανση, για να μαλακώσουν
    Κατά την επαναφορά του χάλυβα, μειώνονται οι εσωτερικές τάσεις που προκάλεσε η βαφή.
  4. (πληροφορική) το πλήκτρο της επιστροφής του κυλίνδρου της γραφομηχανής (γνωστό παλιότερα και ως ἐπαναφορεύς), καθώς και το πλήκτρο της επιστροφής στην αρχή της γραμμής στον υπολογιστή (πιο γνωστό με τον αγγλικό όρο return)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]