tempering

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tempering (en)

  1. μετριασμός
  2. (μουσική) συγκερασμός
     συνώνυμα: temperament (πιο συνηθισμένο)

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

tempering (en)

  • γερούνδιο του ρήματος temper