Μετάβαση στο περιεχόμενο

επαναφέρω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
επαναφέρω < αρχαία ελληνική ἐπαναφέρω

επαναφέρω (παθητική φωνή: επαναφέρομαι)

  1. φέρνω κάποιον ή κάτι στην προηγούμενη θέση του
      Πηγαίνει κι αυτός τώρα στην Αίγυπτο, με την ελπίδα να επαναφέρει στο ποίμνιό του την κόρη του Σάρα, που την αποπλάνησε κάποιος πεζεβέγκης. (Κώστας Ακρίβος, Όνομα πατρός: Δούναβης, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
      Η προσπάθειά του να επαναφέρει την ελέω Θεού νομιμότητα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς αποτελούσε αναχρονισμό μετά τη Γαλλική Επανάσταση. Όμως παρά το 1821 στην Ελλάδα και το 1830 στη Γαλλία , ο Μέτερνιχ κατάφερε να διατηρηθεί η ειρήνη στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες έως το 1848... (Θάνος Βερέμης, 1821. Η δημιουργία ενός έθνους-κράτους, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
  2. ξαναφέρνω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]