Μετάβαση στο περιεχόμενο

επαναφέρω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
επαναφέρω < αρχαία ελληνική ἐπαναφέρω

επαναφέρω (παθητική φωνή: επαναφέρομαι)

  1. φέρνω κάποιον ή κάτι στην προηγούμενη θέση του
      Πηγαίνει κι αυτός τώρα στην Αίγυπτο, με την ελπίδα να επαναφέρει στο ποίμνιό του την κόρη του Σάρα, που την αποπλάνησε κάποιος πεζεβέγκης. (Κώστας Ακρίβος, Όνομα πατρός: Δούναβης, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
  2. ξαναφέρνω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]