επαναφέρω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- επαναφέρω < αρχαία ελληνική ἐπαναφέρω
Ρήμα
[επεξεργασία]επαναφέρω (παθητική φωνή: επαναφέρομαι)
- φέρνω κάποιον ή κάτι στην προηγούμενη θέση του
- ※ Πηγαίνει κι αυτός τώρα στην Αίγυπτο, με την ελπίδα να επαναφέρει στο ποίμνιό του την κόρη του Σάρα, που την αποπλάνησε κάποιος πεζεβέγκης. (Κώστας Ακρίβος, Όνομα πατρός: Δούναβης, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
- ξαναφέρνω