rollback

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: roll back

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

rollback (en)

  1. η επιστροφή σε πρότερη κατάσταση
  2. (βάσεις δεδομένων) η εντολή (statement) ακύρωσης μιας συναλλαγής (transaction) σε μία βάση δεδομένων και η επαναφορά της στην πρότερη κατάσταση (βλ. ρήμα abort)
    If you do not want to save the changes, you can roll back using the ROLLBACK or ROLLBACK TRANSACTION statement[1]
    δείτε επίσης: rollback (data management) στην αγγλική Βικιπαίδεια

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • rollback στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. (αγγλικά) SQLite Transaction, πρόσβαση:2020-03-13