repetition
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| repetition | repetitions |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]repetition (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η επανάληψη, η διαδικασία του επαναλαμβάνω
Frequent repetition of the same movements every day causes boredom in the automotive industry workers.
- Η συχνή επανάληψη των ίδιων κάθε μέρα κινήσεων προξενεί ανία στους εργαζομένους της βιομηχανίας αυτοκινήτων.
- η επανάληψη, το αποτέλεσμα του επαναλαμβάνω
after several repetitions - ύστερα από πολλές επαναλήψεις