υβριστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υβριστικός < λόγ.: 2: αρχ. ὑβριστικός `θρασύς, προσβλητικός΄· 1: κατά τη σημ. της λ. ύβρις1

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

υβριστικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με την ύβριν
  2. που αποτελεί βρισιά

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]