βρισιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βρισιά οι βρισιές
      γενική της βρισιάς των βρισιών
    αιτιατική τη βρισιά τις βρισιές
     κλητική βρισιά βρισιές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βρισιά < μεσαιωνική ελληνική ὑβρισία < αρχαία ελληνική ὑβρίζω < ὕβρις

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vɾi.ˈsçia/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βρισιά θηλυκό

  1. χυδαία λέξη ή φράση εναντίον κάποιου
    • σπανιότερα: απρεπής λέξη ή φράση εναντίον κάποιου
  2. βλαστήμια
  3. (μεταφορικά) (κατ' επέκταση) κατηγορία που δεν αποδέχεται κάποιος και την θεωρεί βαριά

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]