χυδαιολογία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χυδαιολογία < ελληνιστική κοινή χυδαιολογία < χυδαῖος + -λογία < αρχαία ελληνική χέω + λέγω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /çi.ðe.o.loˈʝi.a/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χυδαιολογία θηλυκό
- η χρήση χυδαίων, ανήθικων ή προσβλητικών λέξεων, απόψεων κ.λπ.
- ※ χ.η. ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛ. ΠΑΛΛΗ, σελ. 108
- Είκοσι περίπου χρόνια αργότερα ο Οικονόμος θα κατακεραυνώσει ωστόσο τη μετάφραση και την αρχαΐζουσα γλώσσα του Βάμβα ως «χυδαιοελληνικήν» και «χυδαιογραικικήν»,82 ενώ όλη η Επίκρισις (Οικονομος 1839) είναι γεμάτη από χαρακτηρισμούς όπως «χυδαιολεκτική μετάφρασις», «χυδαιολογία της μεταφράσεως», «χυδαία μετάφρασις» / «χυδαιολεκτική φράσις των Γραφών» κ.λπ.83
- ※ χ.η. ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛ. ΠΑΛΛΗ, σελ. 108
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- χυδαιολόγημα
- χυδαιολόγος
- χυδαιολογώ
- → δείτε τις λέξεις χυδαίος και λέγω
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χυδαιολογία
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)