βωμολοχία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βωμολοχία βωμολοχίες
γενική βωμολοχίας βωμολοχιών
αιτιατική βωμολοχία βωμολοχίες
κλητική βωμολοχία βωμολοχίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βωμολοχία < αρχαία ελληνική βωμολοχία[1] < βωμός + -λοχία (-ολοχία) (καβγάς, αψιμαχία, τσακωμός)


  • χυδαία λογομαχία μεταξύ νεωκόρου ή ιεροφάντη που επιβλέπει θυσία τροφής σε βωμό και επαίτη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vɔ.mɔ.lɔ.ˈçi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βωμολοχία θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]