Μετάβαση στο περιεχόμενο

βωμολόχος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η βωμολόχος οι βωμολόχοι
      γενική του/της βωμολόχου των βωμολόχων
    αιτιατική τον/τη βωμολόχο τους/τις βωμολόχους
     κλητική βωμολόχε βωμολόχοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βωμολόχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βωμολόχος (που φλυαρεί με ασέβεια) αρχική σημασία: που παραμονεύει στους βωμούς για να κλέψει < βωμ(ός) + -ο- + -λόχος < λοχάω (ενεδρεύω)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /vo.moˈlo.xos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βωμολόχος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βωμολόχος αρσενικό ή θηλυκό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / βωμολόχος τὸ βωμολόχον
      γενική τοῦ/τῆς βωμολόχου τοῦ βωμολόχου
      δοτική τῷ/τῇ βωμολόχ τῷ βωμολόχ
    αιτιατική τὸν/τὴν βωμολόχον τὸ βωμολόχον
     κλητική ! βωμολόχε βωμολόχον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ βωμολόχοι τὰ βωμολόχ
      γενική τῶν βωμολόχων τῶν βωμολόχων
      δοτική τοῖς/ταῖς βωμολόχοις τοῖς βωμολόχοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς βωμολόχους τὰ βωμολόχ
     κλητική ! βωμολόχοι βωμολόχ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ βωμολόχω τὼ βωμολόχω
      γεν-δοτ τοῖν βωμολόχοιν τοῖν βωμολόχοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «τοξοβόλος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βωμολόχος < βωμ(ός) + -ο- + -λόχος < λοχάω (ενεδρεύω)

Επίθετο

[επεξεργασία]

βωμολόχος, -ος, -ον

  1. (αρχική σημασία) εκείνος που παραμονεύει στον βωμό για να ζητιανέψει ή να κλέψει κρέας από το σφάγιο της θυσίας
  2. που χρησιμοποιεί χαμερπείς κολακείες ή πρόστυχα αστεία για να κερδίσει κάτι, αναίσχυντος, χαμερπής γελωτοποιός
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Ἱππῆς, στίχ. 1358
    ἐάν τις εἴπῃ βωμολόχος ξυνήγορος·
  3. (πτηνό) μικρή κάργια
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν, 9, 617b18
    Κολοιῶν δ̓ ἐστὶν εἴδη τρία, ἓν μὲν ὁ κορακίας· οὗτος ὅσον κορώνη, φοινικόρυγχος· ἄλλος δ̓ ὁ λύκος καλούμενος· ἔτι δ̓ ὁ μικρός, ὁ βωμολόχος.

Συγγενικά

[επεξεργασία]