χυδαῖος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χυδαῖος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χυδαῖος, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική vulgaire και κατά την σημασία του χυδαιολογία[1]
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇘ νέα ελληνικά: χυδαίος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /çiˈðe.os/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χυ‐δαῖ‐ος
Επίθετο
[επεξεργασία]χυδαῖος, -α/-ος, -ον (καθαρεύουσα)
- (μειωτικό, κατά τους καθαρευουσιάνους ή αρχαϊστές) κοινός, δημοτικός, χυδαίος, ακαλλιέργητος
- ※ 1832 ⌘ Ἀδαμάντιος Κοραής, Ἄτακτα, Τόμος τέταρτος, ἐν Παρισίοις, σελ. 318
- Ὁ Ἐτυμολόγος ( σελ. 474 ) διὰ τοῦ ε̄ τὴν πρώτην « Μελουρὶς
» σημαίνει τὴν σιτοφάγον ἀκρίδαν » τὸ ὁποῖον οἱ κριτικοὶ ἐνό-
μισαν σφάλμα γραφικόν. Σφαλμένον βέβαια· ἀλλὰ πιθανὸν ὅτι
ὁ Σουΐδας (ὄχι ὁ ἀντιγραφεὺς) συνέσφαλε μὲ τὸν σύγχρονόν
του χυδαῖον λαὸν , ὅϛις ἐπρόφερε τὴν λέξιν οὕτως.
- Ὁ Ἐτυμολόγος ( σελ. 474 ) διὰ τοῦ ε̄ τὴν πρώτην « Μελουρὶς
- ※ 1911 ⌘ Λορέντζος Μαβίλης
- Χυδαία γλῶσσα δὲν ὑπάρχει. Ὑπάρχουσι χυδαῖοι ἄνθρωποι, καὶ ὑπάρχουσι πολλοὶ χυδαῖοι ἄνθρωποι ὁμιλοῦντες τὴν καθαρεύουσαν.
- ※ 1832 ⌘ Ἀδαμάντιος Κοραής, Ἄτακτα, Τόμος τέταρτος, ἐν Παρισίοις, σελ. 318
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Συγγενικά[2]
[επεξεργασία]- χυδαϊκός
- χυδαϊκότης
- χυδαιοβάρβαρος
- χυδαιόγλωσσος
- χυδαιογραικικός
- χυδαιογραφέω, χυδαιογραφῶ
- χυδαιογραφία
- χυδαιογραφικός
- χυδαιοελληνικός
- χυδαιολεκτικός
- χυδαιόλεκτος
- χυδαιολογέω, χυδαιολογῶ
- χυδαιολογικός
- χυδαιολογικῶς
- χυδαιολόγιον
- χυδαιολόγος
- χυδαιομαθής
- χυδαιομετάφρασις
- χυδαιοπραγία
- χυδαιοπρεπής
- χυδαιοτουρκιστί
- χυδαιοϋβρεολόγιον
- χυδαιόφιλος
- χυδαιοφοβία
- χυδαιόφραστος
- χυδαιοφροσύνη
- χυδαιόφρων
- χυδαιοφωνία
- χυδαιόφωνος
- χυδαϊστής
- χυδαϊστί
- χυδαϊστικός
Κλίση
[επεξεργασία]| καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση) | ||||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | χυδαῖος | ἡ | χυδαία & χυδαῖος |
τὸ | χυδαῖον |
| γενική | τοῦ | χυδαίου | τῆς | χυδαίας & χυδαίου |
τοῦ | χυδαίου |
| δοτική | τῷ | χυδαίῳ | τῇ | χυδαίᾳ & χυδαίῳ |
τῷ | χυδαίῳ |
| αιτιατική | τὸν | χυδαῖον | τὴν | χυδαίαν & χυδαῖον |
τὸ | χυδαῖον |
| κλητική ὦ! | χυδαῖε | χυδαία & χυδαῖε |
χυδαῖον | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ | χυδαῖοι | αἱ | χυδαῖαι & χυδαῖοι |
τὰ | χυδαῖα |
| γενική | τῶν | χυδαίων | τῶν | χυδαίων & χυδαίων |
τῶν | χυδαίων |
| δοτική | τοῖς | χυδαίοις | ταῖς | χυδαίαις & χυδαίοις |
τοῖς | χυδαίοις |
| αιτιατική | τοὺς | χυδαίους | τὰς | χυδαίας & χυδαίους |
τὰ | χυδαῖα |
| κλητική ὦ! | χυδαῖοι | χυδαῖαι & χυδαῖοι |
χυδαῖα | |||
| Ο τύπος του θηλυκού σε -ος, λιγότερο συνηθισμένος. | ||||||
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'δίκαιος' όπως «γυναικεῖος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ χυδαίος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ χυδαῖος, σελ.1126, Τόμος Β΄ - Στέφανος Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2, Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1900 (Εισαγωγή,@anemi)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /çyˈðe.os/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χυ‐δαῖ‐ος
Επίθετο
[επεξεργασία]χυδαῖος, -ος, -ον (ελληνιστική κοινή)
- πολυπληθής, πολυάριθμος
- ※ 3ος/2ος πκε αιώνας ⌘ Παλαιὰ Διαθήκη κατά την μετάφραση των Εβδομήκοντα Ἔξοδος, Β, 22
- οἱ δὲ υἱοὶ Ισραηλ ηὐξήθησαν καὶ ἐπληθύνθησαν καὶ χυδαῖοι ἐγένοντο
- και οι γιοι του Ισραήλ αυξήθηκαν και πληθύνθηκαν και έγιναν πολυπληθείς
- οἱ δὲ υἱοὶ Ισραηλ ηὐξήθησαν καὶ ἐπληθύνθησαν καὶ χυδαῖοι ἐγένοντο
- ※ 3ος/2ος πκε αιώνας ⌘ Παλαιὰ Διαθήκη κατά την μετάφραση των Εβδομήκοντα Ἔξοδος, Β, 22
- κοινός, συνηθισμένος
- ※ 1ος/2ος κε αιώνας ⌘ Πλούταρχος, Ἠθικά 5. Πῶς ἄν τις αἴσθοιτο ἑαυτοῦ προκόπτοντος ἐπ' ἀρετῇ, 85f
- ξύλον τὸ τυχὸν ἢ λίθον ὑποβαλεῖν χυδαῖον
- → λείπει η μετάφραση
- ξύλον τὸ τυχὸν ἢ λίθον ὑποβαλεῖν χυδαῖον
- ※ 1ος/2ος κε αιώνας ⌘ Πλούταρχος, Ἠθικά 5. Πῶς ἄν τις αἴσθοιτο ἑαυτοῦ προκόπτοντος ἐπ' ἀρετῇ, 85f
- (για ανθρώπους) κοινός, που αναφέρεται στο πλήθος (και όχι στους σοφούς)
- ※ 1ος πκε/κε αιώνας ⌘ Στράβων, Γεωγραφικά Α, 2.8, 35-36
- οὐ γὰρ ὄχλον γε γυναικῶν καὶ παντὸς χυδαίου πλήθους ἐπαγαγεῖν λόγῳ δυνατὸν φιλοσόφῳ
- → λείπει η μετάφραση
- οὐ γὰρ ὄχλον γε γυναικῶν καὶ παντὸς χυδαίου πλήθους ἐπαγαγεῖν λόγῳ δυνατὸν φιλοσόφῳ
- ※ 1ος πκε/κε αιώνας ⌘ Στράβων, Γεωγραφικά Α, 2.8, 35-36
- κατασκευασμένος από ανάμεικτα υλικά και κατ’ επέκταση κακοφτιαγμένος, υβριδικός, ευτελής
- (μειωτικό) κοινός, αμόρφωτος, ακαλλιέργητος
- ※ 2ος πκε αιώνας ⌘ Πολύβιος, Ἱστορίαι, ΙΔ
- ἐκ δὲ ταύτης τῆς φήμης καὶ τῆς χυδαίου καὶ πανδήμου λαλιᾶς μετεωρισθέντες οἱ Καρχηδόνιοι διπλασίως ἐπερρώσθησαν πρὸς τὸ πάλιν ἀντιποιήσασθαι τῶν ὑπαίθρων.
- Από αυτή την φήμη και την χυδαία και γενικευμένη φημολογία οι Καρχηδόνιοι ενθαρρύνθηκαν και ενισχύθηκαν με διπλάσιο θάρρος για να προσπαθήσουν πάλι να ανακτήσουν την ύπαιθρο.
- Μετάφραση παραθέματος: Βικιλεξικό.
- ἐκ δὲ ταύτης τῆς φήμης καὶ τῆς χυδαίου καὶ πανδήμου λαλιᾶς μετεωρισθέντες οἱ Καρχηδόνιοι διπλασίως ἐπερρώσθησαν πρὸς τὸ πάλιν ἀντιποιήσασθαι τῶν ὑπαίθρων.
- ※ 2ος πκε αιώνας ⌘ Πολύβιος, Ἱστορίαι, ΙΔ
Κλίση
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||
| → γένη | αρσενικό & θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| χῠδαι- | ||||||
| ονομαστική | ὁ/ἡ | χυδαῖος | τὸ | χυδαῖον | ||
| γενική | τοῦ/τῆς | χυδαίου | τοῦ | χυδαίου | ||
| δοτική | τῷ/τῇ | χυδαίῳ | τῷ | χυδαίῳ | ||
| αιτιατική | τὸν/τὴν | χυδαῖον | τὸ | χυδαῖον | ||
| κλητική ὦ! | χυδαῖε | χυδαῖον | ||||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ/αἱ | χυδαῖοι | τὰ | χυδαῖᾰ | ||
| γενική | τῶν | χυδαίων | τῶν | χυδαίων | ||
| δοτική | τοῖς/ταῖς | χυδαίοις | τοῖς | χυδαίοις | ||
| αιτιατική | τοὺς/τὰς | χυδαίους | τὰ | χυδαῖᾰ | ||
| κλητική ὦ! | χυδαῖοι | χυδαῖᾰ | ||||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | χυδαίω | τὼ | χυδαίω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | χυδαίοιν | τοῖν | χυδαίοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «χυδαῖος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Απόγονοι
[επεξεργασία]χυδαῖος (ελληνιστική κοινή)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα, εκδ. Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.
- ↑ χυδαίος - Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- χυδαῖος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (καθαρεύουσα)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (καθαρεύουσα)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (καθαρεύουσα)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (καθαρεύουσα)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (καθαρεύουσα)
- Καθαρεύουσα
- Επίθετα (καθαρεύουσα)
- Μειωτικοί όροι (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Επίθετα με αρχαίες κλίσεις (καθαρεύουσα)
- Λέξεις με επίθημα -αῖος (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Επίθετα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Παλαιά Διαθήκη (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πλούταρχο (ελληνιστική κοινή)
- Ελλείπουσες μεταφράσεις (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Στράβωνα (ελληνιστική κοινή)
- Χρειάζονται παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Μειωτικοί όροι (ελληνιστική κοινή)
- Επίθετα με κλίση 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'χυδαῖος' (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις προπερισπώμενες (ελληνιστική κοινή)
- Επίθετα προπερισπώμενα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)