χυδαῖος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : χυδαίος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χυδαῖος < χύδην < χέω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χυδαῖος, -ος, -ον

  1. πολυπληθής, πολυάριθμος
    οἱ δὲ υἱοὶ Ισραηλ ηὐξήθησαν καὶ ἐπληθύνθησαν καὶ χυδαῖοι ἐγένοντο (Εβδομήκοντα, Έξοδος 2.22)
  2. κοινός, συνηθισμένος
    ξύλον τὸ τυχὸν ἢ λίθον ὑποβαλεῖν χυδαῖον (Πλούταρχος, Πῶς ἄν τις αἴσθοιτο ἑαυτοῦ προκόπτοντος ἐπ' ἀρετῇ, 85.F.8)
  3. (για ανθρώπους) κοινός, που αναφέρεται στο πλήθος (και όχι στους σοφούς)
    οὐ γὰρ ὄχλον γε γυναικῶν καὶ παντὸς χυδαίου πλήθους ἐπαγαγεῖν λόγῳ δυνατὸν φιλοσόφῳ (Στράβων, Γεωγραφικά, 1.2.8.35-36)