swear
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| swear | swears |
swear (en)
- άλλη μορφή του swear word
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | swear |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | swears |
| αόριστος | swore |
| παθητική μετοχή | sworn |
| ενεργητική μετοχή | swearing |
| αγγλικά ανώμαλα ρήματα | |
swear (en)
- (αμετάβατο) βρίζω, βλαστημώ, χρησιμοποιώ αγενή ή προσβλητική γλώσσα
He started shouting and swearing.
- Άρχισε να φωνάζει και να βρίζει.
She swore at me obscenely.
- Με έβρισε χυδαία.
They swore at each other badly and since then they haven’t spoken.
- Βρίστηκαν άσκημα και από τότε δε μιλιούνται.
He started swearing because everything was going wrong for him.
- Άρχισε να βλαστημάει, γιατί του πήγαιναν όλα στραβά.
- ≈ συνώνυμα: curse και cuss
- (μεταβατικό, χωρίς παθητική φωνή) ορκίζομαι, δίνω μια σοβαρή υπόσχεση να κάνω κάτι
I swear (that) I will never leave you.
- Ορκίζομαι ότι ποτέ δεν θα σε αφήσω.
He swore revenge.
- Ορκίστηκε να εκδικηθεί.
She swore loyalty/allegiance.
- Ορκίζεται πίστη.
I swear to tell the truth.
- Ορκίζομαι να πω την αλήθεια.
He made him swear not to reveal all he saw.
- Τον όρκισε να μη μαρτυρήσει όσα είδε.
I’m making you swear on your father’s soul not to tell anyone what I told you.
- Σε εξορκίζω στην ψυχή του πατέρα σου να μη μαρτυρήσεις σε κανέναν αυτό που σου είπα.
I need you to swear not to do it.
- Σε εξορκίζω να μην το κάνεις.
- ≈ συνώνυμα: vow
- (μεταβατικό) ορκίζομαι, παίρνω όρκο, υπόσχομαι ότι λέω την αλήθεια
I could have sworn (that) I saw you!
- Θα ορκιζόμουν ότι σε είδα!
I would have sworn he was there.
- Θα ορκιζόμουν ότι ήταν εκεί.
I swear I am innocent.
- Ορκίζομαι ότι είμαι αθώος.
I swear to/on all I hold dear that I saw it.
- Ορκίζομαι σ' ό,τι αγαπώ πιο πολύ ότι το είδα.
I could have sworn they were brothers.
- Θα έπαιρνα όρκο ότι ήταν αδέλφια.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) ορκίζομαι, δίνω/κάνω όρκο, δίνω μια δημόσια ή επίσημη υπόσχεση, ειδικά στο δικαστήριο
Witnesses were required to swear on the Bible.
- Οι μάρτυρες έπρεπε να ορκιστούν στο Ευαγγέλιο.
Are you willing to stand up in court and swear that you don't recognize him?
- Είσαι πρόθυμος να καταθέσεις στο δικαστήριο και να ορκιστείς ότι δεν τον αναγνωρίζεις;
They had to swear an oath of allegiance to the king.
- Έπρεπε να δώσουν/κάνουν όρκο πίστης στον βασιλιά.
Remember, you have sworn to tell the truth.
- Να θυμάσαι, έχεις ορκιστεί να πεις την αλήθεια.
- (μεταβατικό) ορκίζω/εξορκίζω κάποιον να κρατήσει εχεμύθεια
Everyone was sworn to secrecy about what had happened.
- Όλοι ορκίστηκαν να κρατήσουν μυστικό/εχεμύθεια για αυτό που είχε συμβεί.
I will swear you to silence.
- Θα σε ορκίσω να κρατήσεις εχεμύθεια.
She swore us not to tell anyone.
- Μας όρκισε να μη μιλήσουμε σε κανέναν.