βρίζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βρίζω < αρχαία ελληνική ὑβρίζω
Προφορά
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]βρίζω , πρτ.: έβριζα, στ.μέλλ.: θα βρίσω, αόρ.: έβρισα, παθ.φωνή: βρίζομαι
- (μεταβατικό) εκτοξεύω εναντίον κάποιου βρισιές, λέξεις ή φράσεις επιθετικές, προσβλητικές, χυδαίες ή ασεβείς προς τα θεία
- ※ Αυτός, όμως, ο αδιάφορος, ο θυμωμένος, ο αναποφάσιστος, ο ωχαδερφιστής, ο πολίτης, που αφήνει τους «άλλους» να αποφασίσουν γι’ αυτόν, σε λίγους μήνες από σήμερα θα ζητά από το Δήμαρχο και τον Περιφερειάρχη καλύτερους δρόμους, περισσότερες παροχές, κάθε είδους εξυπηρετήσεις, ίσως θα βρίζει, θα διαμαρτύρεται, θα λέει ότι είναι αδικημένος, θα κάνει κριτική. (Οι «ψεύτικες νίκες» και οι ηγέτες της αποχής, serreslife.gr, ανακτήθηκε στις 14/8/2025 )
- (αμετάβατο) χρησιμοποιώ στο λόγο μου υβριστικές εκφράσεις
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | βρίζω | έβριζα | θα βρίζω | να βρίζω | βρίζοντας | |
| β' ενικ. | βρίζεις | έβριζες | θα βρίζεις | να βρίζεις | βρίζε | |
| γ' ενικ. | βρίζει | έβριζε | θα βρίζει | να βρίζει | ||
| α' πληθ. | βρίζουμε | βρίζαμε | θα βρίζουμε | να βρίζουμε | ||
| β' πληθ. | βρίζετε | βρίζατε | θα βρίζετε | να βρίζετε | βρίζετε | |
| γ' πληθ. | βρίζουν(ε) | έβριζαν βρίζαν(ε) |
θα βρίζουν(ε) | να βρίζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | έβρισα | θα βρίσω | να βρίσω | βρίσει | ||
| β' ενικ. | έβρισες | θα βρίσεις | να βρίσεις | βρίσε | ||
| γ' ενικ. | έβρισε | θα βρίσει | να βρίσει | |||
| α' πληθ. | βρίσαμε | θα βρίσουμε | να βρίσουμε | |||
| β' πληθ. | βρίσατε | θα βρίσετε | να βρίσετε | βρίστε | ||
| γ' πληθ. | έβρισαν βρίσαν(ε) |
θα βρίσουν(ε) | να βρίσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω βρίσει | είχα βρίσει | θα έχω βρίσει | να έχω βρίσει | ||
| β' ενικ. | έχεις βρίσει | είχες βρίσει | θα έχεις βρίσει | να έχεις βρίσει | ||
| γ' ενικ. | έχει βρίσει | είχε βρίσει | θα έχει βρίσει | να έχει βρίσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε βρίσει | είχαμε βρίσει | θα έχουμε βρίσει | να έχουμε βρίσει | ||
| β' πληθ. | έχετε βρίσει | είχατε βρίσει | θα έχετε βρίσει | να έχετε βρίσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν βρίσει | είχαν βρίσει | θα έχουν βρίσει | να έχουν βρίσει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | βρίζομαι | βριζόμουν(α) | θα βρίζομαι | να βρίζομαι | ||
| β' ενικ. | βρίζεσαι | βριζόσουν(α) | θα βρίζεσαι | να βρίζεσαι | (βρίζου) | |
| γ' ενικ. | βρίζεται | βριζόταν(ε) | θα βρίζεται | να βρίζεται | ||
| α' πληθ. | βριζόμαστε | βριζόμαστε βριζόμασταν |
θα βριζόμαστε | να βριζόμαστε | ||
| β' πληθ. | βρίζεστε | βριζόσαστε βριζόσασταν |
θα βρίζεστε | να βρίζεστε | (βρίζεστε) | |
| γ' πληθ. | βρίζονται | βρίζονταν βριζόντουσαν |
θα βρίζονται | να βρίζονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | βρίστηκα | θα βριστώ | να βριστώ | βριστεί | ||
| β' ενικ. | βρίστηκες | θα βριστείς | να βριστείς | βρίσου | ||
| γ' ενικ. | βρίστηκε | θα βριστεί | να βριστεί | |||
| α' πληθ. | βριστήκαμε | θα βριστούμε | να βριστούμε | |||
| β' πληθ. | βριστήκατε | θα βριστείτε | να βριστείτε | βριστείτε | ||
| γ' πληθ. | βρίστηκαν βριστήκαν(ε) |
θα βριστούν(ε) | να βριστούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω βριστεί | είχα βριστεί | θα έχω βριστεί | να έχω βριστεί | ||
| β' ενικ. | έχεις βριστεί | είχες βριστεί | θα έχεις βριστεί | να έχεις βριστεί | ||
| γ' ενικ. | έχει βριστεί | είχε βριστεί | θα έχει βριστεί | να έχει βριστεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε βριστεί | είχαμε βριστεί | θα έχουμε βριστεί | να έχουμε βριστεί | ||
| β' πληθ. | έχετε βριστεί | είχατε βριστεί | θα έχετε βριστεί | να έχετε βριστεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν βριστεί | είχαν βριστεί | θα έχουν βριστεί | να έχουν βριστεί | ||
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μεταβατικό