αποβολή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αποβολή | οι | αποβολές |
| γενική | της | αποβολής | των | αποβολών |
| αιτιατική | την | αποβολή | τις | αποβολές |
| κλητική | αποβολή | αποβολές | ||
| Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αποβολή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποβολή (ρίξιμο μακριά, χάσιμο)[1]. Σημασία 2 «πειθαρχική ποινή» σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική expulsion.[2] Σημασία 3 «ακούσια διακοπή της κύησης» κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική ἀποβολή[2] και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική avortement.[3] Σημασία 6 «κακοφτιαγμένο άτομο» από την άσχημη εικόνα ενός εμβρύου, όταν γεννιέται νεκρό λόγω αποβολής.[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.po.voˈli/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐πο‐βο‐λή
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αποβολή θηλυκό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποβάλλω
- φυσιολογική ή και εκούσια απώλεια
Το φίδι μετά την αποβολή του δέρματός του αποκτά καινούριο.
- (αθλητισμός, εκπαίδευση) η πειθαρχική ποινή με την οποία επιβάλλεται σε κάποιον παραβάτη (μαθητή ή αθλητή) να αποχωρήσει (από το σχολείο ή τον αγώνα)
(νεανική αργκό) Έφαγε αποβολή.- → δείτε
Αποβολή (ποδόσφαιρο) στη Βικιπαίδεια

- ≈ συνώνυμα: διώξιμο, διακοπή φοίτησης (για μαθητή), αποπομπή
- (ιατρική) ακούσια διακοπή της εγκυμοσύνης και απώλεια του εμβρύου
Είχε αποβολή.- → δείτε
Αποβολή εμβρύου στη Βικιπαίδεια

- ≠ αντώνυμα: άμβλωση, έκτρωση (εκούσια διακοπή)
- (μεταφορικά, για πρόσωπο) εξάλειψη αρνητικής ή ανεπιθύμητης συνήθειας ή χαρακτηριστικού, συνήθως με συνειδητή προσπάθεια
Η αποβολή άγχους είναι σημαντική για όσους θέλουν να μιλήσουν δημόσια.- ≈ συνώνυμα: απαλλαγή, καταπολέμηση
- (γλωσσολογία, γραμματική) η απώλεια ενός φθόγγου
- (προφορικό, μειωτικό) αδύνατος, μικρόσωμος άνθρωπος
Πώς τσακώθηκες μ' εκείνον, αφού είναι σκέτη αποβολή!
- (προφορικό, μειωτικό) κακοφτιαγμένος άσχημος άνθρωπος
Ο τύπος είναι κακάσχημος σαν αποβολή, αλλά πανέξυπνος.- ≈ συνώνυμα: κακομούτσουνος, κωλόφατσα
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ακούσια διακοπή εγκυμοσύνης
ποινή
Αναφορές
[επεξεργασία]- 1 2 αποβολή - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
- 1 2 αποβολή - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ↑ αποβολή - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αθλητισμός (νέα ελληνικά)
- Εκπαίδευση (νέα ελληνικά)
- Αργκό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Γλωσσολογία (νέα ελληνικά)
- Γραμματική (νέα ελληνικά)
- Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)