αποβολή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αποβολή αποβολές
γενική αποβολής αποβολών
αιτιατική αποβολή αποβολές
κλητική αποβολή αποβολές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αποβολή < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αποβολή θηλυκό

  1. φυσιολογική ή και εκούσια απώλεια
    το φίδι μετά την αποβολή του δέρματός του αποκτά καινούριο
  2. ακούσια διακοπή της εγκυμοσύνης
  3. η πειθαρχική ποινή με την οποία επιβάλλεται σε κάποιον παραβάτη (μαθητή ή αθλητή) να αποχωρήσει (από το σχολείο ή τον αγώνα)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]