abortion
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| abortion | abortions |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- abortion < λατινική abortionem, abort + -ion
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]abortion (en)
- η έκτρωση, η άμβλωση, η εκούσια διακοπή της εγκυμοσύνης
The woman decided to proceed with an abortion for medical reasons.
- Η γυναίκα αποφάσισε να προχωρήσει σε έκτρωση για ιατρικούς λόγους.
The legality of abortions differs from country to country.
- Η νομιμότητα των εκτρώσεων διαφέρει από χώρα σε χώρα.
The decision to have an abortion is never an easy one.
- Η απόφαση για έκτρωση δεν είναι ποτέ εύκολη.
The young girl never revealed to her parents the abortion she had had.
- Η νεαρή κοπέλα δεν αποκάλυψε ποτέ στους γονείς της την άμβλωση που είχε κάνει.
- (μη μετρήσιμο) η έκτρωση, η άμβλωση, το να κάνει έκτρωση κάποιος
Abortion is a controversial topic.
- Η έκτρωση είναι ένα αμφιλεγόμενο θέμα.
The ethical aspect of abortion is often discussed.
- Η ηθική πλευρά της άμβλωσης συζητείται συχνά.
The woman felt that abortion was the best choice for her.
- Η γυναίκα ένιωσε ότι η άμβλωση ήταν η καλύτερη επιλογή για εκείνη.