κρεβάτι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κρεβάτι τα κρεβάτια
      γενική του κρεβατιού των κρεβατιών
    αιτιατική το κρεβάτι τα κρεβάτια
     κλητική κρεβάτι κρεβάτια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρεβάτι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κρεβάτιον < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή κραβ(β)άτιον (υποκοριστικό του κράβατος / κράββατος) [1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɾeˈva.ti/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κρε‐βά‐τι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κρεβάτι ουδέτερο

  1. (έπιπλο) επίπεδο έπιπλο πάνω στο οποίο κοιμόμαστε
    αυτό το κρεβάτι είναι πολύ αναπαυτικό
  2. κλίνη ξενοδοχείου ή νοσοκομείου αλλά και οι υπηρεσίες που παρέχονται
  3. έθιμο του γάμου, κατά το οποίο συγγενείς και φίλοι αφήνουν χρήματα πάνω στο κρεβάτι των μελλόνυμφων
  4. η ερωτική πράξη // οι επιδόσεις των εραστών κατά τη συνουσία

Συνώνυμα[επεξεργασία]

δείτε επίσης:

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • είναι στο κρεβάτι, είναι κρεβατωμένος : είναι άρρωστος, είναι κλινήρης
  • το κρεβάτι του πόνου : το κρεβάτι στο οποίο ο ασθενής υπομένει τους πόνους
  • πέφτω στο κρεβάτι : πέφτω για ύπνο

Παροιμίες[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]