Μετάβαση στο περιεχόμενο

κρεβάτι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κρεβάτι τα κρεβάτια
      γενική του κρεβατιού των κρεβατιών
    αιτιατική το κρεβάτι τα κρεβάτια
     κλητική κρεβάτι κρεβάτια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
μονό κρεβάτι
διπλό κρεβάτι

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κρεβάτι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κρεβάτιον < ελληνιστική κοινή κραβ(β)άτιον, υποκοριστικό του κράβατος / κράββατος[1] < μακεδονική διάλεκτος *γράβος[2] / γράβιον

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kɾeˈva.ti/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κρεβάτι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κρεβάτι ουδέτερο

  1. το επίπεδο (έπιπλο) πάνω στο οποίο κοιμόμαστε
      Στο κέντρο της κρεβατοκάμαρας ήταν το τεράστιο κρεβάτι πάνω στο οποίο κείτονταν ο Θεόδωρος Καρατάσος (Ελληνικά εγκλήματα 4, Δεκαεννέα αστυνομικές ιστορίες, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2011)
  2. η κλίνη ξενοδοχείου ή νοσοκομείου αλλά και οι υπηρεσίες που παρέχονται
  3. το έθιμο του γάμου, κατά το οποίο συγγενείς και φίλοι αφήνουν χρήματα πάνω στο κρεβάτι των μελλόνυμφων
  4. (προφορικό) η ερωτική πράξη // οι επιδόσεις των εραστών κατά τη συνουσία

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

δείτε επίσης:

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Παροιμίες

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. κρεβάτι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. κράββατος -  Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.