bet

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

bet (en) (αόρ. : bet, betted, παθ. μτχ. : bet, betted)

Τοκ πίσιν (tpi)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bet (tpi)