κρεβατοκάμαρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κρεβατοκάμαρα θηλυκό
- το υπνοδωμάτιο, το δωμάτιο του σπιτιού που είναι επιπλωμένο με κρεβάτι και όπου κοιμόμαστε
- ※ Στο κέντρο της κρεβατοκάμαρας ήταν το τεράστιο κρεβάτι πάνω στο οποίο κείτονταν ο Θεόδωρος Καρατάσος (Ελληνικά εγκλήματα 4, Δεκαεννέα αστυνομικές ιστορίες, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2011)
- η επίπλωση του υπνοδωματίου, κυρίως το κρεβάτι με τα κομοδίνα
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπνοδωμάτιο