Μετάβαση στο περιεχόμενο

κρεβατοκάμαρα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κρεβατοκάμαρα οι κρεβατοκάμαρες
      γενική της κρεβατοκάμαρας των κρεβατοκαμαρών
    αιτιατική την κρεβατοκάμαρα τις κρεβατοκάμαρες
     κλητική κρεβατοκάμαρα κρεβατοκάμαρες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
κρεβατοκάμαρα με διπλό κρεβάτι

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κρεβατοκάμαρα < κρεβάτι + κάμαρα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κρεβατοκάμαρα θηλυκό

  1. το υπνοδωμάτιο, το δωμάτιο του σπιτιού που είναι επιπλωμένο με κρεβάτι και όπου κοιμόμαστε
      Στο κέντρο της κρεβατοκάμαρας ήταν το τεράστιο κρεβάτι πάνω στο οποίο κείτονταν ο Θεόδωρος Καρατάσος (Ελληνικά εγκλήματα 4, Δεκαεννέα αστυνομικές ιστορίες, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2011)
  2. η επίπλωση του υπνοδωματίου, κυρίως το κρεβάτι με τα κομοδίνα

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]