άρρωστος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | άρρωστος | η | άρρωστη | το | άρρωστο |
| γενική | του | άρρωστου | της | άρρωστης | του | άρρωστου |
| αιτιατική | τον | άρρωστο | την | άρρωστη | το | άρρωστο |
| κλητική | άρρωστε | άρρωστη | άρρωστο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | άρρωστοι | οι | άρρωστες | τα | άρρωστα |
| γενική | των | άρρωστων | των | άρρωστων | των | άρρωστων |
| αιτιατική | τους | άρρωστους | τις | άρρωστες | τα | άρρωστα |
| κλητική | άρρωστοι | άρρωστες | άρρωστα | |||
| Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- άρρωστος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄρρωστος[1][2].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈa.ɾo.stos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : άρ‐ρω‐στος
Επίθετο
[επεξεργασία]άρρωστος, -η, -ο
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] άρρωστος
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ άρρωστος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ άρρωστος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Χρειάζονται παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)