αρρωστημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αρρωστημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αρρωσταίνω

Open book 01.svg Μετοχή[]

αρρωστημένος, αρρωστημένη, αρρωστημένο

  1. νοσηρός, κυρίως με την έννοια τη συναισθηματική και ψυχική, αλλά και κυριολεκτικά, μη υγιεινός
    Αυτή η κατάσταση είναι αρρωστημένη, ας χωρίσουμε να ξεμπερδεύουμε
    Άνοιξε να μπει λίγος αέρας, τι αρρωστημένη ατμόσφαιρα έχετε εδώ μέσα!


πτώση ενικός
ονομαστική αρρωστημένος αρρωστημένη αρρωστημένο
γενική αρρωστημένου αρρωστημένης αρρωστημένου
αιτιατική αρρωστημένο αρρωστημένη αρρωστημένο
κλητική αρρωστημένε αρρωστημένη αρρωστημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αρρωστημένοι αρρωστημένες αρρωστημένα
γενική αρρωστημένων αρρωστημένων αρρωστημένων
αιτιατική αρρωστημένους αρρωστημένες αρρωστημένα
κλητική αρρωστημένοι αρρωστημένες αρρωστημένα


32πχ Μεταφράσεις[]