Μετάβαση στο περιεχόμενο

unhealthy

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός unhealthy
συγκριτικός unhealthier / more unhealthy
υπερθετικός unhealthiest / most unhealthy

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
unhealthy < un- + healthy

Επίθετο

[επεξεργασία]

unhealthy (en)

  1. άρρωστος, όχι υγιής
    παράδειγμα  The unhealthy child is burning up from the fever.
    Το άρρωστο παιδί ψηνόταν από τον πυρετό.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη ill
  2. ανθυγιεινός, επικίνδυνος για την υγεία
    παράδειγμα  Someone underweight isn't necessarily unhealthy.
    Το να είναι κάποιος λιποβαρής δεν είναι απαραίτητα ανθυγιεινό.
  3. αρρωστημένος, άρρωστος, όχι φυσιολογικός
    παράδειγμα  an unhealthy mind - αρρωστημένο μυαλό
    παράδειγμα  an unhealthy imagination/situation - αρρωστημένη φαντασία/κατάσταση
    παράδειγμα  unhealthy thoughts/ideas/desires - άρρωστες σκέψεις/ιδέες/επιθυμίες
     συνώνυμα: sick

Αντώνυμα

[επεξεργασία]