unhealthy

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

unhealthy (en)

  1. ανθυγιεινός, επικίνδυνος για την υγεία
  2. άρρωστος, όχι υγιής
  3. αρρωστημένος, όχι φυσιολογικός
    an unhealthy interest in death
  4. που διαφθείρει την ψυχή, επικίνδυνος για την ψυχική υγεία