sick
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | sick |
| συγκριτικός | sicker |
| υπερθετικός | sickest |
Επίθετο
[επεξεργασία]sick (en)
- άρρωστος, ασθενής
- νιώθω ότι πρέπει να κάνω εμετό, που έχει τάση για εμετό, λιγώνω
I am going to be sick.
- Κάνω εμετό.
I am feeling sick.
- Μου έρχεται εμετός.
The pie was very oily and made me sick.
- Η πίτα έγινε πολύ λαδερή και με λίγωσε.
I ate three pastries and got sick.
- Έφαγα τρεις πάστες και λιγώθηκα.
- (ανεπίσημο) σιχαίνομαι, μπουχτίζω, βαριέμαι ή με ενοχλεί κάτι που συμβαίνει εδώ και πολύ καιρό και θέλω να σταματήσει
I am sick of everything.
- Τα σιχάθηκα όλα.
I’m sick and tired of politics.
- Σιχάθηκα την πολιτική.
I’m getting sick of his lectures.
- Μπούχτισα τις συμβουλές του.
I’m sick of being told what to do.
- Βαρέθηκα πια να μου λένε τι να κάνω.
I am sick of this dress now.
- Βαρέθηκα πια αυτό το φόρεμα.
- (ανεπίσημο) νοσηρός, ειδικά για το χιούμορ που πραγματεύεται θέματα με σκληρό τρόπο που κάποιοι πιστεύουν ότι είναι προσβλητικό
sick humor - νοσηρό χιούμορ
- (ανεπίσημο) αρρωστημένος, άρρωστος, που έχει ευχαρίστηση να κάνει παράξενα ή σκληρά πράγματα