βαριέμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαριέμαι < βάρος > βαροῦμαι > βαριοῦμαι > βαριέμαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /va.ˈɾʝɛ.μɛ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βαριέμαι

  1. (αμετάβατο) νιώθω βαρεμάρα, ανία, πλήξη
    Δεν ξέρω τι να κάνω για να περάσει η ώρα. Βαριέμαι!
  2. (μεταβατικό) δυσανασχετώ για κάτι ή κάποιον που δεν μου προκαλεί το ενδιαφέρον, μου προξενεί ανία
    Βαρέθηκα πια την πολυλογία σου!

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Σημείωση: Η παθητική μετοχή βαρεμένος έχει άλλη σημασία.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]