βαριεστημάρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βαριεστημάρα βαριεστημάρες
γενική βαριεστημάρας
αιτιατική βαριεστημάρα βαριεστημάρες
κλητική βαριεστημάρα βαριεστημάρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαριεστημάρα < βαριεστώ + -μάρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαριεστημάρα θηλυκό

  1. πλήξη, ανία, αποκάμωμα, έλλειψη όρεξης για να κάνω κάτι λόγω τεμπελιάς ή κορεσμού

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]