kama
Εμφάνιση
Κατωιταλικά (grk-ita)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- kama < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κάμα(ν) < αρχαία ελληνική καῦμα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]kama (kàma) ουδέτερο
Πηγές
[επεξεργασία]- kàma Vocabolario σελ.266 - Στέφανος Λαμπρινός. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)
Παπιαμέντο (pap)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]kama
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (κατωιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (κατωιταλικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Κατωιταλικά
- Ουσιαστικά (κατωιταλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γλώσσα παπιαμέντο
- Ουσιαστικά (παπιαμέντο)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)