Μετάβαση στο περιεχόμενο

kama

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
kama < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κάμα(ν) < αρχαία ελληνική καῦμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

kama (kàma) ουδέτερο



Παπιαμέντο (pap)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

kama