Μετάβαση στο περιεχόμενο

κούνια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κούνια οι κούνιες
      γενική της κούνιας
    αιτιατική την κούνια τις κούνιες
     κλητική κούνια κούνιες
Προφέρεται με συνίζηση στην κατάληξη ως παροξύτονο.
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
ένα κοριτσάκι στις κούνιες(2) πάνω σε κούνια (1)
κούνια (3)

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κούνια < μεσαιωνική ελληνική κούνια < ελληνιστική κοινή κοῦνα < λατινική cunae < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱoy-no- < *ḱey- (ξαπλώνω, κεῖμαι)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈku.ɲa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κούνια

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κούνια θηλυκό

  1. κάθισμα που κρέμεται από ψηλό σημείο (κλαδιά δέντρου, μεταλλική οριζόντια δοκό κ.λπ.) και αιωρείται / λικνίζεται
    παράδειγμα  κάνω κούνια
  2. (στον πληθυντικό) κούνιες: (συνεκδοχικά) η παιδική χαρά
    παράδειγμα  πήγα το παιδί βόλτα στις κούνιες
      Οἱ κούνιες ἀνεβοκατέβαιναν, οἱ τζαμπάζηδες περπατοῦσαν πάνω στὰ σκοινιά, οἱ παλιάτσοι ἔκαμναν τ' ἀστεῖα τους, οἱ μουχαλαμπιτζήδες διαλαλοῦσαν τὸ μαλεμπί τους καὶ οἱ σεκερτζήδες τὰ σεκέρια τους (Αρχείον του Θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, 1936, σελ. 32)
  3. το κρεβατάκι ενός μωρού, ενίοτε με ειδική βάση για να λικνίζεται

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Παροιμίες

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]