κούνια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | κούνια | οι | κούνιες |
| γενική | της | κούνιας | — | |
| αιτιατική | την | κούνια | τις | κούνιες |
| κλητική | κούνια | κούνιες | ||
| Προφέρεται με συνίζηση στην κατάληξη ως παροξύτονο. Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||


Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κούνια < μεσαιωνική ελληνική κούνια < ελληνιστική κοινή κοῦνα < λατινική cunae < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱoy-no- < *ḱey- (ξαπλώνω, κεῖμαι)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈku.ɲa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κού‐νια
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κούνια θηλυκό
- κάθισμα που κρέμεται από ψηλό σημείο (κλαδιά δέντρου, μεταλλική οριζόντια δοκό κ.λπ.) και αιωρείται / λικνίζεται
κάνω κούνια
- (στον πληθυντικό) κούνιες: (συνεκδοχικά) η παιδική χαρά
πήγα το παιδί βόλτα στις κούνιες- ※ Οἱ κούνιες ἀνεβοκατέβαιναν, οἱ τζαμπάζηδες περπατοῦσαν πάνω στὰ σκοινιά, οἱ παλιάτσοι ἔκαμναν τ' ἀστεῖα τους, οἱ μουχαλαμπιτζήδες διαλαλοῦσαν τὸ μαλεμπί τους καὶ οἱ σεκερτζήδες τὰ σεκέρια τους (Αρχείον του Θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, 1936, σελ. 32)
- το κρεβατάκι ενός μωρού, ενίοτε με ειδική βάση για να λικνίζεται
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- από κούνια: από (πολύ) μικρή ηλικία
- κούνια που σε κούναγε: το λέμε ειρωνικά όταν αμφισβητούμε τον συνομιλητή μας
Παροιμίες
[επεξεργασία]- άσχημο στην κούνια, όμορφο στη ρούγα: για άσχημο μωρό, που ομορφαίνει μεγαλώνοντας
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κάθισμα που κρέμεται από ψηλό σημείο
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)