κούνια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κούνια κούνιες
γενική κούνιας
αιτιατική κούνια κούνιες
κλητική κούνια κούνιες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κούνια < → λείπει η ετυμολογία
ένα κοριτσάκι στις κούνιες(2) πάνω σε κούνια (1)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈku.ɲa/
κούνια (3)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κούνια θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)
    • κάνω κούνια
  2. (πληθυντικός κούνιες: η παιδική χαρά
    πήγα το παιδί βόλτα στις κούνιες
  3. το κρεβατάκι ενός μωρού

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]