Μετάβαση στο περιεχόμενο

ενίοτε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ενίοτε < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐνίοτε[1][2] < ἔνι ὅτε (κάποτε)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /eˈni.o.te/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ενίοτε

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ενίοτε

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ενίοτε - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. ενίοτε - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)