μωρό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

ένα μωρό
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μωρό μωρά
γενική μωρού μωρών
αιτιατική μωρό μωρά
κλητική μωρό μωρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μωρό < μεσαιωνική ελληνική μωρόν < (ουσιαστικοποιημένο) αρχαία ελληνική μωρός[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɔ.ˈɾɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μωρό ουδέτερο

  1. πολύ νεαρό παιδί που δεν ξέρει ακόμα να μιλά και να περπατά, το βρέφος
    το μωρό κοιμάται στην κούνια
  2. οικεία προσφώνηση πολύ αγαπημένου προσώπου
    μωρό μου!
  3. (μεταφορικά) όμορφο και νεαρό άτομο, κατά το τεκνό
    γνώρισα ένα μωρό χθες...

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κάνει σαν μωρό: συμπεριφέρεται σαν να ήταν μωρό
  • μωρό μου : λέγεται χαϊδευτικά σε αγαπημένα πρόσωπα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

μωρό

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]