pop

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Στη δομή της στοίβας (LIFO) το εξερχόμενο στοιχείο αφαιρείται από την την κορυφή της.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pop (en)

  1. ο ήχος 'ποπ'
  2. δημοφιλής
    → δείτε τη λέξη popular
  3. ποπ (όπως η μουσική, το καλλιτεχνικό ύφος)
  4. (πληροφορική) αφαιρώ στοιχείο από στοίβα (stack) [1]
     αντώνυμα: push
  5. (λαϊκότροπο, προφορικό, θωπευτικό) μπαμπάς

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας pop
γ΄ ενικό ενεστώτα pops
αόριστος popped
παθητική μετοχή popped
ενεργητική μετοχή popping

pop (en)

  1. εκρήγνυμαι, σκάω
    At the end of the party the children popped all the balloons.
    Στο τέλος της γιορτής τα παιδιά σκάσανε όλα τα μπαλόνια.
  2. πετιέμαι
    1. (με γρήγορη κίνηση προς άλλη κατεύθυνση)
    2. (βρετανικό) κάνω σύντομη επίσκεψη

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. «Εισαγωγή στις γλώσσες προγραμματισμού με τη γλώσσα C», σελ. 182, Τμήμα Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Αιγαίου. πρόσβαση:27/09/2019



Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pop (fr)



Δυτικά φριζικά (fy)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pop (fy)



Φινλανδικά (fi)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pop (fi)