μπαμπάς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπαμπάς μπαμπάδες
γενική μπαμπά μπαμπάδων
αιτιατική μπαμπά μπαμπάδες
κλητική μπαμπά μπαμπάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπαμπάς <
  1. παιδική ηχομιμητική λέξη ή από το τουρκικό baba (=μπαμπάς)
  2. γαλλική «baba au rhum» (=κέικ με ρούμι) < πολωνική baba (=είδος κέικ) < πολωνική babka (=γιαγιά)
  3. από την ομώνυμη αρχαία ελληνική λέξη «πάππας». Όταν κατά την διάρκεια του 5ου αι μ.Χ. ο όρος υιοθετείται για τους εκάστοτε επισκόπους της Αλεξανδρείας, και λίγο αργότερα και της Ρώμης, η παλαιά έννοια του όρου μεταλλάσσεται σε «παπάς». Στη συνέχεια, κατά την διάρκεια του 7ου αι μ.Χ., όταν το χριστιανικό ιερατείο πρωτοστατεί στην αντίσταση κατά των Αράβων, από στοργή ο λαός μετατρέπει αυθόρμητα το «ιερέας» σε «παπάς» (= μπαμπάς στα ελληνικά της περιόδου 5ος-7ος αι μ.Χ.). Την ίδια εποχή, όμως, Σύροι Χριστιανοί, με πιο μαζική την ομάδα των Μαρδαϊτών προσφύγων από τη βόρειο Συρία, κατακλύζουν τις χώρες και τα νησιά των Ελλαδικών. Έτσι, από την αλληλεπίδραση της ελληνικής γλώσσας με την αραμαϊκή (ή συριακή), δημιουργείται η υβριδική λέξη «μπαμπάς», εκ του ελληνικού «παπάς» και του αραμαϊκού «αμπα». Εξού και τα «αββάς» και «αββαείο» (ή απλά «αβάς» και «αβαείο»). Δηλαδή κατά τη διάρκεια του 7ου αι, ο «ιερέας» γίνεται «παπάς», και ο «παπάς» γίνεται «μπαμπάς»!

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Ένα κορνέ αριστερά και ένας μπαμπάς(2) δεξιά

μπαμπάς αρσενικό

  1. (οικείο) ο πατέρας
  2. είδος γλυκίσματος, το σαβαρέν


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

πατέρας:

γλυκό:

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • σε αρκετές γλώσσες ο πατέρας έχει ως οικεία ονομασία κάποια αντίστοιχη λέξη (μπα ή πα, με ή χωρίς αναδιπλασιασμό) καθώς πιστεύεται ότι είναι η πρώτη (ηχηρή) συλλαβή που προσπαθούν να εκφέρουν τα μωρά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]