πάππας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική πάππας πάππα πάππαι
Γενική πάππου πάππαιν παππῶν
Δοτική πάππ πάππαιν πάππαις
Αιτιατική πάππαν πάππα πάππας
Κλητική πάππα πάππα πάππαι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πάππας < (ηχομιμητική λέξη)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πάππας αρσενικό (και πάπας)

  1. πατέρας, μπαμπάς (νηπιακή λέξη)
    ※  πάππα φίλ᾽, οὐκ ἂν δή μοι ἐφοπλίσσειας ἀπήνην / ὑψηλὴν ἐύκυκλον (Όμηρος, Οδύσσεια, ζ, 57-58)
    ※  πάππα: προσφώνησις παι(δὸ)ς πρὸς πατέρα Ησύχιος, Γλῶσσαι