Μετάβαση στο περιεχόμενο

πάππος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: παππούς

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πάππος οι πάπποι
      γενική του πάππου των πάππων
    αιτιατική τον πάππο τους πάππους
     κλητική πάππε πάπποι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πάππος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πάππος[1] (βοτανική: μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική pappus)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /paˈpos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πάππος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πάππος αρσενικό

  1. (οικογένεια) παππούς
  2. (βοτανική) το σύνολο από λεπτές τρίχες και άκανθες ή η μεμβρανώδης στεφάνη που βρίσκεται στην κορυφή του αχαινίου πολλών συνθέτων, αποτελεί μετασχηματισμένο κάλυκα του άνθους και διευκολύνει τη διασπορά του καρπού, κυρίως με τον άνεμο

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική πάππος οἱ πάπποι
      γενική τοῦ πάππου τῶν πάππων
      δοτική τῷ πάππ τοῖς πάπποις
    αιτιατική τὸν πάππον τοὺς πάππους
     κλητική ! πάππε πάπποι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πάππω
γεν-δοτ τοῖν  πάπποιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πάππος < (στην παιδική γλώσσα)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πάππος αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 δείτε τη λέξη πάππας και