πάππος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πάππος οι πάπποι
      γενική του πάππου των πάππων
    αιτιατική τον πάππο τους πάππους
     κλητική πάππε πάπποι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πάππος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πάππος [1] Δείτε και παππούς

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πάππος αρσενικό

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική πάππος οἱ πάπποι
      γενική τοῦ πάππου τῶν πάππων
      δοτική τῷ πάππ τοῖς πάπποις
    αιτιατική τὸν πάππον τοὺς πάππους
     κλητική ! πάππε πάπποι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πάππω
γεν-δοτ τοῖν  πάπποιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πάππος < (στην παιδική γλώσσα)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πάππος αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]