παππούς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο παππούς οι παππούδες
      γενική του παππού των παππούδων
    αιτιατική τον παππού τους παππούδες
     κλητική παππού παππούδες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παππούς < μεσαιωνική ελληνική παππούς και πάππους < παππούας < παππίας < υποκοριστικό του πάππας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παππούς και παπούς αρσενικό

  1. ο πατέρας του πατέρα
  2. ο πατέρας της μητέρας
  1. (οικείο) αυτός που είναι κάποιας προχωρημένης ηλικίας, ο γέρος
  2. (ειρωνικό) αυτός που έχει φερσίματα γέρου
  3. (αργκό) το εκατοστάρικο μέχρι τη δεκαετία του 1980 (στη γλώσσα των κακοποιών)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]