pai

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλικιανά (gl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pai (gl) αρσενικό


Παπιαμέντο (pap) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pai



Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pai (pt) αρσενικό



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pai (ro) ουδέτερο

  1. το άχυρο