babe

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

babe (en)

  1. το μωρό
  2. μωρό, όμορφη γυναίκα
  3. (ως προσφώνηση) μωρό μου



Βοσνιακά (bs) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

babe (bs)

  • πληθυντικός του baba