βρέφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βρέφος τα βρέφη
      γενική του βρέφους των βρεφών
    αιτιατική το βρέφος τα βρέφη
     κλητική βρέφος βρέφη
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βρέφος < αρχαία ελληνική βρέφος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈvɾɛ.fɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βρέφος ουδέτερο

  1. το πολύ μικρό παιδί
    ανάμεσα στους διασωθέντες ήταν και ένα βρέφος τριών μηνών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]