βρέφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βρέφος βρέφη
γενική βρέφους βρεφών
αιτιατική βρέφος βρέφη
κλητική βρέφος βρέφη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βρέφος < αρχαία ελληνική βρέφος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈvɾɛ.fɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βρέφος ουδέτερο

  1. το πολύ μικρό παιδί
    ανάμεσα στους διασωθέντες ήταν και ένα βρέφος τριών μηνών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]