νεογνό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεογνό νεογνά
γενική νεογνού νεογνών
αιτιατική νεογνό νεογνά
κλητική νεογνό νεογνά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεογνό < αρχαία ελληνική νεογιλός (νέος + γίγνομαι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νεογνό ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

εκφράσεις[επεξεργασία]

  • «νεογιλός ο του βίου χρόνος προς τον πάντα τον αιώνα» Λουκιανός, Αλκυών ή περί μεταμορφώσεως

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]