swing

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
swing swings

swing (en)

  1. η κούνια
    • Μία κούνια σε μία παιδική χαρά ...
    • A swing at a playground ... (κάποια γενικά)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας swing
γ΄ ενικό ενεστώτα swings
αόριστος swung
παθητική μετοχή swung
ενεργητική μετοχή swinging
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

swing (en)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

σημασία ταλαντεύομαι

Δείτε επίσης[επεξεργασία]