swing

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
swing swings

swing (en)

  1. η κούνια
    A swing at a playground
    Μία κούνια σε μία παιδική χαρά

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας swing
γ΄ ενικό ενεστώτα swings
αόριστος swung
παθητική μετοχή swung
ενεργητική μετοχή swinging
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

swing (en)

  1. κουνώ
  2. αιωρούμαι, κουνιέμαι
    The pendulum swings
    Aιωρείται το εκκρεμές
    I am swinging in a swing
    Κουνιέμαι σε κούνια

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

σημασία ταλαντεύομαι

Δείτε επίσης[επεξεργασία]