oscillate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας oscillate
γ΄ ενικό ενεστώτα oscillates
αόριστος oscillated
παθητική μετοχή oscillated
ενεργητική μετοχή osciallating

Ρήμα[επεξεργασία]

oscillate (en)

  1. ταλαντεύομαι
  2. κυμαίνομαι, υφίσταμαι διακύμανση

Συνώνυμα[επεξεργασία]

και

  • wigwag (en) (ανεπίσημο)
  • wiggle (en) (για μικρού εύρους ταλάντωση· πάνω κάτω ή αριστερά δεξιά/πλευρικά)