oscillate

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ενεστώτας oscillate
γ΄ ενικό Ενεστώτα oscillates
Αόριστος oscillated
Παθητική μετοχή oscillated
Ενεργητική μετοχή osciallating

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

oscillate (en)

  1. ταλαντεύομαι
  2. κυμαίνομαι, υφίσταμαι διακύμανση

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

και

  • wigwag (en) (ανεπίσημο)
  • wiggle (en) (για μικρού εύρους ταλάντωση· πάνω κάτω ή αριστερά δεξιά/πλευρικά)