Μετάβαση στο περιεχόμενο

κεῖμαι

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  κεῖμαι 
Παρατατικός  (ἐ)κείμην 
Μέλλοντας  κείσομαι 
Αόριστος
Παρακείμενος
Υπερσυντέλικος
Συντελ.Μέλλ.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κεῖμαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱéytor < *ḱey- (κείμαι). Ομόρριζη των λατινικά cunae, civis, παλαιά αρμενικά սէր (sēr), σανσκριτικά शेते (śéte).

κεῖμαι

Παράγωγα

[επεξεργασία]