κεῖμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεῖμαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱey- (κείμαι)

Ρήμα[επεξεργασία]

κεῖμαι

  1. κείμαι