κεῖμαι
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| Αρχικοί χρόνοι |
Φωνή Eνεργητική |
Φωνή Μέση & Παθητική |
|---|---|---|
| Ενεστώτας | κεῖμαι | |
| Παρατατικός | (ἐ)κείμην | |
| Μέλλοντας | κείσομαι | |
| Αόριστος | ||
| Παρακείμενος | ||
| Υπερσυντέλικος | ||
| Συντελ.Μέλλ. |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κεῖμαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱéytor < *ḱey- (κείμαι). Ομόρριζη των λατινικά cunae, civis, παλαιά αρμενικά սէր (sēr), σανσκριτικά शेते (śéte).
Ρήμα
[επεξεργασία]κεῖμαι
- κείμαι
- (Χρειάζεται επεξεργασία)
Παράγωγα
[επεξεργασία]κειμ-
- ἀνάκειμαι
- ἀντίκειμαι
- ἀπόκειμαι
- διάκειμαι
- ἐγκατάκειμαι
- ἔγκειμαι
- εἴσκειμαι
- ἔκκειμαι
- ἐναπόκειμαι
- ἐπανάκειμαι
- ἐπίκειμαι
- κατάκειμαι
- κειμήλιον
- παρακατάκειμαι
- παράκειμαι
- περίκειμαι
- προκατάκειμαι
- πρόκειμαι
- προσεπίκειμαι
- πρόσκειμαι
- προυπόκειμαι
- συγκατάκειμαι
- σύγκειμαι
- συνανάκειμαι
- συνεπίκειμαι
- ὑπέκκειμαι
- ὑπερκατάκειμαι
- ὑπέρκειμαι
- ὑπόκειμαι
κοιμ-
κοιτ-
Πηγές
[επεξεργασία]- κεῖμαι - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.