μεγαλώνοντας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεγαλώνοντας, μετοχή ενεστώτα του μεγαλώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

μεγαλώνοντας (επιρρηματική μετοχή)

  • Μεγαλώνοντας άλλαξε πολύ η φυσιογνωμία του
  • Ξανοιχτηκε πολύ μεγαλώνοντας την επιχείρησή του
δείτε τη λέξη: μεγαλώνω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]