εραστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εραστής εραστές
γενική εραστή εραστών
αιτιατική εραστή εραστές
κλητική εραστή εραστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εραστής < αρχαία ελληνική ἐραστής < ἐράω / ἐρῶ (σημασιολογικό δάνειο από γαλλική amant)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εραστής αρσενικό (και ενίοτε θηλυκό) (θηλυκό: εράστρια, ερωμένη)

  1. που διατηρεί παράνομες ή ανεπίσημες σχέσεις με κάποιο άτομο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αγαπητικός / αγαπητικιά, γκόμενος / γκόμενα, ερωμένος / ερωμένη
  2. που αγαπάει κάποιο άτομο
  3. (κατ’ επέκταση) που αγαπάει πολύ κάτι
    Είναι περιβόλι ο Τάσος, έξω καρδιά, εραστής μιας τέχνης που ελάχιστοι την κατέχουν πια. (*)
  4. που δραστηριοποιείται έντονα στον σεξουαλικό τομέα
    Σαν γνήσιος λατίνος εραστής, την αδυναμία του για το ωραίο φύλο ουδέποτε την έκρυψε. Θαυμάζει την ομορφιά και το φωνάζει, αρνείται όμως κατηγορηματικά την οποιαδήποτε παρεκτροπή. (*)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]