έρωτας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έρωτας έρωτες
γενική έρωτα ερώτων
αιτιατική έρωτα έρωτες
κλητική έρωτα έρωτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έρωτας < αρχαία ελληνική ἔρως < ἔραμαι / ἐράω / ἐρῶ < (ίσως) προελληνική[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɛ.ɾɔ.tas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έρωτας ουδέτερο

  1. σαρκική έλξη ενός ατόμου προς άλλο, έντονη επιθυμία ή αγάπη, υπερβολική αφοσίωση
  2. η σχέση μεταξύ ερωτευμένων
  3. το αντικείμενο της ερωτικής επιθυμίας
  4. η σαρκική επαφή, η ερωτική πράξη
  5. βαθιά έλξη ή ενδιαφέρον
    έχω έρωτα με τα ιταλικά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill.