έλξη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | έλξη | οι | έλξεις |
| γενική | της | έλξης* | των | έλξεων |
| αιτιατική | την | έλξη | τις | έλξεις |
| κλητική | έλξη | έλξεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, έλξεως | ||||
| Κατηγορία όπως «λύση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- έλξη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἕλξις και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική attraction.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈel.ksi/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : έλ‐ξη
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]έλξη θηλυκό
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του έλκω
- το τράβηγμα
- (φυσική) η φυσική δύναμη που έλκει, που τραβά δύο σώματα το ένα προς το άλλο
- ※ Απορροφημένος απ' το προσωπικό μου μάλε βράσε, άργησα υπερβολικά ν' αντιληφθώ τη συνεχή ροή επιβατών προς το πλωριό κατάστρωμα. Πόλος έλξης τους πέντ' έξι Σκανδιναβές που' χαν ξαπλώσει και λιάζονταν ξώβυζες. (Χ.Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2016)
- (γυμναστική) η άσκηση σύμφωνα με την οποία κάποιος έλκει το σώμα του προς τα πάνω, καθώς πιάνεται από ένα μονόζυγο ή δίζυγο
- η γοητεία που ασκεί κάποιος προς τους άλλους, η ικανότητά του προς προσέλκυση των άλλων
- (γραμματική, συντακτικό) φαινόμενο όπου μέρος μιας προτάσεως αλλάζει μορφή αναλογικά καθώς έλκεται από διπλανό του, οδηγώντας σε συντακτικό σφάλμα
Τα ονόματα όλων όσων υπέγραψαν.
Αντί για «όλων όσοι», διότι το όσοι αποτελεί υποκείμενο του ρήματος υπέγραψαν.
— Εδώ το όσων προκύπτει σφαλερώς από έλξη του όλων.- < υπώνυμα: έλξη του αναφορικού
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]- πόλος έλξης: για κάτι που αποτελεί το επίκεντρο του ενδιαφέροντος
- σχήμα έλξης: (γραμματική) όταν κάποιος όρος μιας πρότασης αλλάζει μορφή (πτώση, έγκλιση κ.λπ.), καθώς έλκεται από διπλανό του όρο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- έλξη - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- έλξη - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'λύση' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Φυσική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Γραμματική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)