Μετάβαση στο περιεχόμενο

έλξη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η έλξη οι έλξεις
      γενική της έλξης* των έλξεων
    αιτιατική την έλξη τις έλξεις
     κλητική έλξη έλξεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, έλξεως
Κατηγορία όπως «λύση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
έλξη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἕλξις και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική attraction.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈel.ksi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: έλξη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

έλξη θηλυκό

  1. το τράβηγμα
     συνώνυμα: ελκυσμός
  2. (φυσική) η φυσική δύναμη που έλκει, που τραβά δύο σώματα το ένα προς το άλλο
      Απορροφημένος απ' το προσωπικό μου μάλε βράσε, άργησα υπερβολικά ν' αντιληφθώ τη συνεχή ροή επιβατών προς το πλωριό κατάστρωμα. Πόλος έλξης τους πέντ' έξι Σκανδιναβές που' χαν ξαπλώσει και λιάζονταν ξώβυζες. (Χ.Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2016)
  3. (γυμναστική) η άσκηση σύμφωνα με την οποία κάποιος έλκει το σώμα του προς τα πάνω, καθώς πιάνεται από ένα μονόζυγο ή δίζυγο
  4. η γοητεία που ασκεί κάποιος προς τους άλλους, η ικανότητά του προς προσέλκυση των άλλων
  5. (γραμματική, συντακτικό) φαινόμενο όπου μέρος μιας προτάσεως αλλάζει μορφή αναλογικά καθώς έλκεται από διπλανό του, οδηγώντας σε συντακτικό σφάλμα
    παράδειγμα Τα ονόματα όλων όσων υπέγραψαν.
         Αντί για «όλων όσοι», διότι το όσοι αποτελεί υποκείμενο του ρήματος υπέγραψαν.
          Εδώ το όσων προκύπτει σφαλερώς από έλξη του όλων.
    < υπώνυμα: έλξη του αναφορικού

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]