φυσική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η φυσική
      γενική της φυσικής
    αιτιατική τη φυσική
     κλητική φυσική
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

φυσική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου φυσικός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /fi.siˈci/
ομόηχο: φυσικοί

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φυσική θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

φυσική