φυσική

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φυσική -
γενική φυσικής -
αιτιατική φυσική -
κλητική φυσική -

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φυσική < ουσιαστικοποιημένο επίθετο, θηλυκό του φυσικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φυσική θηλυκό

  1. η επιστήμη που μελετά τα φαινόμενα και τους νόμους που τα διέπουν
    • (φιλοσοφία) η απόλυτη πίστη μόνο σε αυτήν (κοινό σε σύγχρονους φυσικούς)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

φυσική

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]