Μετάβαση στο περιεχόμενο

attirance

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

attirance (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη attirer