attirance

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

attirance (fr)

  1. η έλξη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη attirer